Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινόχρους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσαπου έχει το χρώμα του λιναριού Βικιλεξικό
    • λινόχρους (χρώμα):
    • Ἦτο ὁ γραμματικὸς τοῦ εἰρηνοδικείου, ὑψηλὸς νέος, ξανθός, μὲ μεγάλους λινόχρους μύστακας, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς προέχοντας ἐν χρῷ τοῦ προσώπου. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο πολιτισμός εις το χωρίον)

Ετυμολογία

λινόχρους < λινό- + -χρους

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλινόχρουςλινόχρουςλινόχρουν
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →