Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιξούρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καταβροχθίζει και ονειρεύεται λουκούλια γεύματα, ο λαίμαργος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιξούρης < από το αρχικό ασθενές θέμ- (λιχ-) του ρ. λείχω= γλείφω· μέλλων λείξω.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιξούρηςλιξούραλιξούρικο
Γενικήλιξούρηλιξούραςλιξούρικου
Αιτιατικήλιξούρηλιξούραλιξούρικο
Κλητικήλιξούρηλιξούραλιξούρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιξούρηδεςλιξούρεςλιξούρικα
Γενικήλιξούρηδων—λιξούρικων
Αιτιατικήλιξούρηδεςλιξούρεςλιξούρικα
Κλητικήλιξούρηδεςλιξούρεςλιξούρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →