Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιοπερίχυτος

/ʎo.peˈɾi.çi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόλουσμένος στο φως του ήλιου Βικιλεξικό
    • Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα, κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι. Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνεις όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
    • άλλες μορφές: ηλιοπερίχυτος

Ετυμολογία

λιοπερίχυτος < (ήλιος) λιο- + περίχυτος < περιχύ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιοπερίχυτοςλιοπερίχυτηλιοπερίχυτο
Γενικήλιοπερίχυτουλιοπερίχυτηςλιοπερίχυτου
Αιτιατικήλιοπερίχυτολιοπερίχυτηλιοπερίχυτο
Κλητικήλιοπερίχυτελιοπερίχυτηλιοπερίχυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιοπερίχυτοιλιοπερίχυτεςλιοπερίχυτα
Γενικήλιοπερίχυτωνλιοπερίχυτωνλιοπερίχυτων
Αιτιατικήλιοπερίχυτουςλιοπερίχυτεςλιοπερίχυτα
Κλητικήλιοπερίχυτοιλιοπερίχυτεςλιοπερίχυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →