λιοστάσι
•
- λαϊκότροποσυνώνυμο του ελαιώνας, έκταση φυτεμένη με ελιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιοστάσι < λιο- + -στάσι. Δείτε και τα αρχαία ἐλαία και ἵστημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοστάσι | λιοστάσια |
| Γενική | λιοστασιού | λιοστασιών |
| Αιτιατική | λιοστάσι | λιοστάσια |
| Κλητική | λιοστάσι | λιοστάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →