Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιοτρίβι

/ʎoˈtɾi.vi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτο ελαιοτριβείο, ως οίκημα Βικιλεξικό
    • Στη δεξιά πλευρά του σπιτιού βρέθηκε ολόκληρη η εγκατάσταση του λιοτριβιού. Σώζεται μάλιστα στη θέση του το τροπείο όπου αλεθόταν ο καρπός ενώ στην αυλή βρέθηκαν δύο λίθινες μυλόπετρες. (*)

Ετυμολογία

λιοτρίβι < λιο- + τρίβ(ω) + -ι. Δείτε και λιοτριβειό, ελαιοτριβείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιοτρίβιλιοτρίβια
Γενικήλιοτριβιούλιοτριβιών
Αιτιατικήλιοτρίβιλιοτρίβια
Κλητικήλιοτρίβιλιοτρίβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →