λιοτρίβι
•
- λαϊκότροποτο ελαιοτριβείο, ως οίκημα Βικιλεξικό
- Στη δεξιά πλευρά του σπιτιού βρέθηκε ολόκληρη η εγκατάσταση του λιοτριβιού. Σώζεται μάλιστα στη θέση του το τροπείο όπου αλεθόταν ο καρπός ενώ στην αυλή βρέθηκαν δύο λίθινες μυλόπετρες. (*)
Ετυμολογία
λιοτρίβι < λιο- + τρίβ(ω) + -ι. Δείτε και λιοτριβειό, ελαιοτριβείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοτρίβι | λιοτρίβια |
| Γενική | λιοτριβιού | λιοτριβιών |
| Αιτιατική | λιοτρίβι | λιοτρίβια |
| Κλητική | λιοτρίβι | λιοτρίβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →