λιοτριβιάρης
•
- λαϊκόεργάτης ελαιοτριβείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιοτριβιάρης < ελαιοτριβείο + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοτριβιάρης | λιοτριβιάρηδες |
| Γενική | λιοτριβιάρη | λιοτριβιάρηδων |
| Αιτιατική | λιοτριβιάρη | λιοτριβιάρηδες |
| Κλητική | λιοτριβιάρη | λιοτριβιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →