λιοτρόπι
•
- ιδιωματικόηλιοστάσιο Βικιλεξικό
- Χειμερινό ηλιοστάσιο ή χειμωνιάτικο λιοτρόπι. (*)
Ετυμολογία
λιοτρόπι < ηλιοτρόπιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοτρόπι | λιοτρόπια |
| Γενική | λιοτροπιού | λιοτροπιών |
| Αιτιατική | λιοτρόπι | λιοτρόπια |
| Κλητική | λιοτρόπι | λιοτρόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →