λιοτόπι
•
- λογοτεχνικόπεριοχή με πολλές ελιές, ελαιώνας Βικιλεξικό
- Το άνυδρο ντοματάκι, η φάβα και η άσπρη μελιτζάνα από τη Σαντορίνη, όπως και τα αγριόχορτα από την Κρήτη, το λάδι από τη Μάνη ή από τη Σητεία (φτιαγμένο από συγκεκριμένη ποικιλία ελιάς και συγκεκριμένο λιοτόπι), τα μπαρμπούνια από την Εύβοια, […] όλα αυτά κι άλλα πολλά αποτελούν τα υλικά της τοπικής ελληνικής κουζίνας.
Ετυμολογία
λιοτόπι < (ελιά) λιο- + -τόπι (< τόπ(ος) + -ι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοτόπι | λιοτόπια |
| Γενική | λιοτοπιού | λιοτοπιών |
| Αιτιατική | λιοτόπι | λιοτόπια |
| Κλητική | λιοτόπι | λιοτόπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →