λιοφρυμένος
•
- λογοτεχνικόξεροψημένος, ξεροκαμένος, ξεραμένος από τον ήλιο Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Β΄ στίχ. 668 (666-669) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957 @google.gr/books.
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953. @google.gr/books
Ετυμολογία
λιοφρυμένος < (ήλιος) λιο- + φρυμένος
Άλλοι τύποι
λιοφρυμέναλιοφρυμένελιοφρυμένεςλιοφρυμένηλιοφρυμένηςλιοφρυμένολιοφρυμένοιλιοφρυμένοςλιοφρυμένουλιοφρυμένουςλιοφρυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →