λιπαντής
•
- μηχανολογίαεργάτης επιφορτισμένος στη λίπανση μηχανών Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςεπίσημη ειδικότητα ναυτικού μηχανής, ή πληρώματος μηχανής πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιπαντής < λιπαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιπαντής | λιπαντές |
| Γενική | λιπαντή | λιπαντών |
| Αιτιατική | λιπαντή | λιπαντές |
| Κλητική | λιπαντή | λιπαντές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →