λιποθυμάω
•
- χάνω τις αισθήσεις μου με τρόπο αιφνίδιο και για προσωρινό χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιποθυμάω < λιποθυμ(ώ) + νεότερη κατάληξη -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λιποθυμῶ, συνηρημένος τύπος του λιποθυμέω < (λείπω) λιπο- + θυμ(ός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιποθυμάω / λιποθυμώ | λιποθυμάς | λιποθυμά / λιποθυμάει | λιποθυμάμε / λιποθυμούμε | λιποθυμάτε | λιποθυμάν / λιποθυμάνε / λιποθυμούν / λιποθυμούνε |
| Παρατατικός | λιποθυμούσα / λιποθύμαγα | λιποθυμούσες / λιποθύμαγες | λιποθυμούσε / λιποθύμαγε | λιποθυμάγαμε / λιποθυμούσαμε | λιποθυμάγατε / λιποθυμούσατε | λιποθυμάγανε / λιποθυμούσαν / λιποθυμούσανε / λιποθύμαγαν |
| Αόριστος | λιποθύμησα | λιποθύμησες | λιποθύμησε | λιποθυμήσαμε | λιποθυμήσατε | λιποθυμήσαν / λιποθύμησαν |
| Μέλλοντας | θα λιποθυμάω / θα λιποθυμήσω / θα λιποθυμώ | θα λιποθυμάς / θα λιποθυμήσεις | θα λιποθυμά / θα λιποθυμάει / θα λιποθυμήσει | θα λιποθυμάμε / θα λιποθυμήσουμε / θα λιποθυμούμε | θα λιποθυμάτε / θα λιποθυμήσετε | θα λιποθυμάν / θα λιποθυμάνε / θα λιποθυμούν / θα λιποθυμούνε |
| Υποτακτική | να λιποθυμάω / να λιποθυμήσω / να λιποθυμώ | να λιποθυμάς / να λιποθυμήσεις | να λιποθυμά / να λιποθυμάει / να λιποθυμήσει | να λιποθυμάμε / να λιποθυμήσουμε / να λιποθυμούμε | να λιποθυμάτε / να λιποθυμήσετε | να λιποθυμάν / να λιποθυμάνε / να λιποθυμούν / να λιποθυμούνε |
| Προστακτική | — | λιποθύμα / λιποθύμαγε / λιποθύμησε | — | — | λιποθυμάτε / λιποθυμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →