λιποτακτώ
•
- για στρατιώτες ή γενικά όσους υπηρετούν σε σώματα ασφαλείαςεγκαταλείπω τη μονάδα μου Βικιλεξικό
- οι δικοί του τον θυμούνται ... ως τον υπαίτιο της οικονομικής δυστυχίας τους, σαν να έβαλε αυτογκόλ σε δυο κρίσιμους ποδοσφαιρικούς τελικούς: επί Δικτατορίας, που δεν αξιοποίησε την εύνοια της Χούντας που τον στράτευσε στην παντοδύναμη ΕΣΑ και αυτός λιποτάκτησε, και επί Δημοκρατίας, που δεν αξιοποίησε την αντίσταση που έκανε κατά της Χούντας (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- εγκαταλείπω τη μάχη Βικιλεξικό
- γενικότεραεγκαταλείπω έναν αγώνα, μια δύσκολη προσπάθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιποτακτώ < (ελληνιστική κοινή) λιποτακτῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →