Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιπόλυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λιποδιάλυση Βικιλεξικό
  2. βιοχημείαυδρόλυση του λίπους στον οργανισμό σε λιπαρά οξέα και γλυκερίνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιπόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lipolysis. Μορφολογικά αναλύεται σε λιπό- + λύση (< αρχαία ελληνική λίπος + λύσις)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιπόλυσηλιπολύσεις
Γενικήλιπόλυσηςλιπολύσεων
Αιτιατικήλιπόλυσηλιπολύσεις
Κλητικήλιπόλυσηλιπολύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →