λιπόλυση
•
- λιποδιάλυση Βικιλεξικό
- βιοχημείαυδρόλυση του λίπους στον οργανισμό σε λιπαρά οξέα και γλυκερίνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιπόλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lipolysis. Μορφολογικά αναλύεται σε λιπό- + λύση (< αρχαία ελληνική λίπος + λύσις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιπόλυση | λιπολύσεις |
| Γενική | λιπόλυσης | λιπολύσεων |
| Αιτιατική | λιπόλυση | λιπολύσεις |
| Κλητική | λιπόλυση | λιπολύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →