λιτανεία
•
- θρησκείαθρησκευτική πομπή με περιφορά άγιας εικόνας ή ιερού λειψάνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιτανεία < η εκκλησιαστική σημασία (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιτανεία < ελληνιστική κοινή λιτανεία (παράκληση στους θεούς) < λιτανεύω < λιτανός < λίσσομαι (= ικετεύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιτανεία | λιτανείες |
| Γενική | λιτανείας | λιτανειών |
| Αιτιατική | λιτανεία | λιτανείες |
| Κλητική | λιτανεία | λιτανείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →