λιτρίδι
•
- ιδιωματικόλεπτό βότσαλο Βικιλεξικό
- Έτριξαν τα δόντια του σα λιτρίδια (Στράτης Μυριβήλης, Ο Βασίλης ο Αρβανίτης)
- έως όλο το μάκρος τους τ' αφρισμένα με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος (Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Το Δοξαστικόν)
- ιδιωματικότο λιοτρίβι, ελαιοτριβείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιτρίδι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιτρίδι | λιτρίδια |
| Γενική | λιτριδιού | λιτριδιών |
| Αιτιατική | λιτρίδι | λιτρίδια |
| Κλητική | λιτρίδι | λιτρίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →