Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιτρίδι

/liˈtɾi.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόλεπτό βότσαλο Βικιλεξικό
    • Έτριξαν τα δόντια του σα λιτρίδια (Στράτης Μυριβήλης, Ο Βασίλης ο Αρβανίτης)
    • έως όλο το μάκρος τους τ' αφρισμένα με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος (Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Το Δοξαστικόν)
  2. ιδιωματικότο λιοτρίβι, ελαιοτριβείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιτρίδι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλιτρίδιλιτρίδια
Γενικήλιτριδιούλιτριδιών
Αιτιατικήλιτρίδιλιτρίδια
Κλητικήλιτρίδιλιτρίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →