Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιτός

/liˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια Βικιλεξικό
    • Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. που δε διαθέτει στολίσματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιτός < αρχαία ελληνική λιτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιτόςλιτήλιτό
Γενικήλιτούλιτήςλιτού
Αιτιατικήλιτόλιτήλιτό
Κλητικήλιτέλιτήλιτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιτοίλιτέςλιτά
Γενικήλιτώνλιτώνλιτών
Αιτιατικήλιτούςλιτέςλιτά
Κλητικήλιτοίλιτέςλιτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →