λιτός
•
- που διαθέτει μόνο τα απαραίτητα, χωρίς καμία περιττή πολυτέλεια Βικιλεξικό
- Κάθε πρωί γέμιζε ένα θερμός καφέ, διάλεγε δύο cd, κι εκτός από ένα σύντομο διάλειμμα για το λιτό μεσημεριανό με ντομάτα κι ένα κομμάτι τυρί, έμενε κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι αργά το απόγευμα. (Έρση Σωτηροπούλου, Δαμάζοντας το κτήνος (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκη, 2025)
- που δε διαθέτει στολίσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιτός < αρχαία ελληνική λιτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιτός | λιτή | λιτό |
| Γενική | λιτού | λιτής | λιτού |
| Αιτιατική | λιτό | λιτή | λιτό |
| Κλητική | λιτέ | λιτή | λιτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιτοί | λιτές | λιτά |
| Γενική | λιτών | λιτών | λιτών |
| Αιτιατική | λιτούς | λιτές | λιτά |
| Κλητική | λιτοί | λιτές | λιτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →