λιχουδεύομαι
•
- επιθυμώ πολύ κάποιο φαγητό Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιθυμώ ερωτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιχουδεύομαι < λιχούδης + -εύομαι < μεσαιωνική ελληνική λιχούδης < αρχαία ελληνική λείχω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιχουδεύομαι | λιχουδεύεσαι | λιχουδεύεται | λιχουδευόμαστε | λιχουδεύεστε | λιχουδεύονται |
| Παρατατικός | λιχουδευόμουν / λιχουδευόμουνα | λιχουδευόσουν / λιχουδευόσουνα | λιχουδευόταν / λιχουδευότανε | λιχουδευόμασταν / λιχουδευόμαστε | λιχουδευόσασταν / λιχουδευόσαστε | λιχουδευόντουσαν / λιχουδεύονταν |
| Αόριστος | λιχουδεύτηκα | λιχουδεύτηκες | λιχουδεύτηκε | λιχουδευτήκαμε | λιχουδευτήκατε | λιχουδευτήκαν / λιχουδευτήκανε / λιχουδεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα λιχουδευτώ / θα λιχουδεύομαι | θα λιχουδευτείς / θα λιχουδεύεσαι | θα λιχουδευτεί / θα λιχουδεύεται | θα λιχουδευτούμε / θα λιχουδευόμαστε | θα λιχουδευτείτε / θα λιχουδεύεστε | θα λιχουδευτούν / θα λιχουδευτούνε / θα λιχουδεύονται |
| Παρακείμενος | έχω λιχουδευτεί | έχεις λιχουδευτεί | έχει λιχουδευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιχουδευτεί | είχες λιχουδευτεί | είχε λιχουδευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιχουδευτεί / να λιχουδευτώ / να λιχουδεύομαι | να έχεις λιχουδευτεί / να λιχουδευτείς / να λιχουδεύεσαι | να έχει λιχουδευτεί / να λιχουδευτεί / να λιχουδεύεται | να λιχουδευτούμε / να λιχουδευόμαστε | να λιχουδευτείτε / να λιχουδεύεστε | να λιχουδευτούν / να λιχουδευτούνε / να λιχουδεύονται |
| Προστακτική | — | λιχουδεύου / λιχουδεύσου | — | — | λιχουδευτείτε / λιχουδεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →