Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιχούδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον λιχούδη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιχούδικος < λιχούδης + -ικος < μεσαιωνική ελληνική λιχούδης < αρχαία ελληνική λείχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιχούδικοςλιχούδικα / λιχούδικηλιχούδικικο / λιχούδικο
Γενικήλιχούδικουλιχούδικηςλιχούδικου
Αιτιατικήλιχούδικολιχούδικηλιχούδικο
Κλητικήλιχούδικελιχούδικηλιχούδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιχούδικοιλιχούδικεςλιχούδικα
Γενικήλιχούδικωνλιχούδικωνλιχούδικων
Αιτιατικήλιχούδικουςλιχούδικεςλιχούδικα
Κλητικήλιχούδικοιλιχούδικεςλιχούδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →