λιωμένος
•
- που έχει ρευστοποιηθεί, που έχει λιώσει Βικιλεξικό
- Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
- πολτοποιημένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταπλακωμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξασθενισμένος, καταρρακωμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουλιώνω
Άλλοι τύποι
λιωμέναλιωμένελιωμένεςλιωμένηλιωμένηςλιωμένολιωμένοιλιωμένοςλιωμένουλιωμένουςλιωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →