λιόκαλος
•
- λογοτεχνικόπανέμορφος σαν τον ήλιο, πεντάμορφος Βικιλεξικό
- Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα, κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι. Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφήνει τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνεις όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Ετυμολογία
λιόκαλος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἡλιόκαλος (όμορφος σαν τον ήλιο) με αποβολή του αρχικού φωνήεντος (ήλιος) λιό- + καλός < αρχαία ελληνική κάλλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιόκαλος | λιόκαλη | λιόκαλο |
| Γενική | λιόκαλου | λιόκαλης | λιόκαλου |
| Αιτιατική | λιόκαλο | λιόκαλη | λιόκαλο |
| Κλητική | λιόκαλε | λιόκαλη | λιόκαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιόκαλοι | λιόκαλες | λιόκαλα |
| Γενική | λιόκαλων | λιόκαλων | λιόκαλων |
| Αιτιατική | λιόκαλους | λιόκαλες | λιόκαλα |
| Κλητική | λιόκαλοι | λιόκαλες | λιόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →