λιόκλαρο
•
- λαϊκότο κλαδί του ελαιόδεντρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιόκλαρο < λιό- + κλαρ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιόκλαρο | λιόκλαρα |
| Γενική | λιόκλαρου | λιόκλαρων |
| Αιτιατική | λιόκλαρο | λιόκλαρα |
| Κλητική | λιόκλαρο | λιόκλαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →