Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιόχαρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαίρεται όντας λουσμένος στο φως του ήλιου Βικιλεξικό
    • Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας, (1879–1932))
    • Λιόχαρη μεγαλόχαρη της άνοιξης αυγούλα (Γιάννης Ρίτσος, "Αυγή", Λιανοτράγουδα)

Ετυμολογία

λιόχαρος < λιο- ( < ηλιο- + χαρά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιόχαροςλιόχαρηλιόχαρο
Γενικήλιόχαρουλιόχαρηςλιόχαρου
Αιτιατικήλιόχαρολιόχαρηλιόχαρο
Κλητικήλιόχαρελιόχαρηλιόχαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιόχαροιλιόχαρεςλιόχαρα
Γενικήλιόχαρωνλιόχαρωνλιόχαρων
Αιτιατικήλιόχαρουςλιόχαρεςλιόχαρα
Κλητικήλιόχαροιλιόχαρεςλιόχαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →