λοίμωξη
•
- ιατρικήη διαδικασία πολλαπλασιασμού μικροβίων που προκαλεί συνήθως φλεγμονή Βικιλεξικό
- Οι λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο προκαλούν διάφορα συμπτώματα, όπως πονόλαιμο, πυρετό, ρίγη και μυϊκούς πόνους. (www.efsyn.gr, 31.03.2023)
Ετυμολογία
λοίμωξη < καθαρεύουσα λοίμωξις < ελληνιστική κοινή λοιμώσσω / λοιμώττω + -σις < αρχαία ελληνική λοιμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λοίμωξη | λοιμώξεις |
| Γενική | λοίμωξης | λοιμώξεων |
| Αιτιατική | λοίμωξη | λοιμώξεις |
| Κλητική | λοίμωξη | λοιμώξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →