λοβιτούρα
•
- μπάζα, κόλπο, κτύπημα Βικιλεξικό
- διαφθοράαπάτη ή άλλη ανήθικη πράξη με στόχο την κερδοσκοπία, καθώς και το κέρδος που κερδίζει κάποιος με τέτοιους τρόπους Βικιλεξικό
- γενικότερακλοπή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη χρηματιστηριακή απάτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοβιτούρα < ρουμανική lovitură (κτύπημα) < lovi + -tură < σλαβικής προέλευσης loviti < πρωτοσλαβική γλώσσα *loviti
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λοβιτούρα | λοβιτούρες |
| Γενική | λοβιτούρας | — |
| Αιτιατική | λοβιτούρα | λοβιτούρες |
| Κλητική | λοβιτούρα | λοβιτούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →