Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοβοτομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρική: η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα σε πολλές χώρες, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, σύμφωνα με την οποία οι μπροστινοί λοβοί αποκόπτονται με χειρουργική επέμβαση από το υπόλοιπο τμήμα του εγκεφάλου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν διανοητικές διαταραχές και ψυχικές παθήσεις. Σήμερα η πρακτική αυτή επικρίνεται σφοδρά διότι οι ασθενείς χάνουν το μεγαλύτερο μέρος της συναισθηματικής τους ζωής. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοβοτομή < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική lobotomy < λοβ(ός) + -ο- + -τομή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλοβοτομήλοβοτομές
Γενικήλοβοτομήςλοβοτομών
Αιτιατικήλοβοτομήλοβοτομές
Κλητικήλοβοτομήλοβοτομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →