Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σύντομος λόγος, συνήθως επιτιμητικός Βικιλεξικό
    • έχω να σου πω δυο λογάκια για τη συμπεριφορά σου
  2. τρυφερή κουβέντα Βικιλεξικό
    • έλα, μωρό μου, να σε καληνυχτίσω και να πούμε τα λογάκια μας
  3. τα πρώτα λόγια ενός μωρού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογάκι < λόγ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογάκιλογάκια
Γενική——
Αιτιατικήλογάκιλογάκια
Κλητικήλογάκιλογάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →