λογάκι
•
- σύντομος λόγος, συνήθως επιτιμητικός Βικιλεξικό
- έχω να σου πω δυο λογάκια για τη συμπεριφορά σου
- τρυφερή κουβέντα Βικιλεξικό
- έλα, μωρό μου, να σε καληνυχτίσω και να πούμε τα λογάκια μας
- τα πρώτα λόγια ενός μωρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογάκι < λόγ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογάκι | λογάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λογάκι | λογάκια |
| Κλητική | λογάκι | λογάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →