Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογάριθμος

/loˈɣa.ɾi.θmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μαθηματικάμέθοδος παρουσίασης και ορισμού ενός αριθμού όπου λογάριθμος είναι o εκθέτης ή δύναμη στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας άλλος αριθμός που είναι η βάση μας, για να πάρουμε ως αποτέλεσμα τον ζητούμενο αριθμό Βικιλεξικό
    • Παράδειγμα: Έχουμε συγκεκριμένο αριθμό ως βάση το 10. Γυρεύουμε το 1.000. Ο λογάριθμος που χρειαζόμαστε είναι το 3: 10³ = 10x10x10 = 1.000
    • λογάριθμος ενός αριθμού b είναι η δύναμη x στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας δεδομένος αριθμός a (που λέγεται βάση) ώστε να παραχθεί ο αριθμός b. Γράφεται: x=log_ab. Μαθηματική διατύπωση: aˣ=b⇔x=log_ab. Εξ ορισμού ισχύει: log ₐ(aˣ)=x.
    • συντομογραφία: log, (σπάνια στα ελληνικά: λογ)

Ετυμολογία

λογάριθμος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική logarithm < αρχαία ελληνική λόγος + ἀριθμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογάριθμοςλογάριθμοι
Γενικήλογάριθμου / λογαρίθμουλογάριθμων / λογαρίθμων
Αιτιατικήλογάριθμολογάριθμους / λογαρίθμους
Κλητικήλογάριθμελογάριθμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →