λογάς
•
- λαϊκότροποαυτός που μιλά πολύ Βικιλεξικό
- αυθάδης, θρασύς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογάς < λόγ(ια) + -άς. Διαφορετικό το μεσαιωνικό λογάς και το αρχαίο λογάς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογάς | λογάδες |
| Γενική | λογά | λογάδων |
| Αιτιατική | λογά | λογάδες |
| Κλητική | λογά | λογάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →