Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποαυτός που μιλά πολύ Βικιλεξικό
  2. αυθάδης, θρασύς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογάς < λόγ(ια) + -άς. Διαφορετικό το μεσαιωνικό λογάς και το αρχαίο λογάς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογάςλογάδες
Γενικήλογάλογάδων
Αιτιατικήλογάλογάδες
Κλητικήλογάλογάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →