λογίζομαι
•
- λόγιοθεωρούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λογίζομαι < λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογίζομαι | λογίζεσαι | λογίζεται | λογιζόμαστε | λογίζεστε | λογίζονται |
| Παρατατικός | λογιζόμουν / λογιζόμουνα | λογιζόσουν / λογιζόσουνα | λογιζόταν / λογιζότανε | λογιζόμασταν / λογιζόμαστε | λογιζόσασταν / λογιζόσαστε | λογίζονταν / λογιζόντουσαν |
| Αόριστος | λογίστηκα | λογίστηκες | λογίστηκε | λογιστήκαμε | λογιστήκατε | λογίστηκαν / λογιστήκαν / λογιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα λογίζομαι / θα λογιστώ | θα λογίζεσαι / θα λογιστείς | θα λογίζεται / θα λογιστεί | θα λογιζόμαστε / θα λογιστούμε | θα λογίζεστε / θα λογιστείτε | θα λογίζονται / θα λογιστούν / θα λογιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω λογιστεί | έχεις λογιστεί | έχει λογιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογιστεί | είχες λογιστεί | είχε λογιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογιστεί / να λογίζομαι / να λογιστώ | να έχεις λογιστεί / να λογίζεσαι / να λογιστείς | να έχει λογιστεί / να λογίζεται / να λογιστεί | να λογιζόμαστε / να λογιστούμε | να λογίζεστε / να λογιστείτε | να λογίζονται / να λογιστούν / να λογιστούνε |
| Προστακτική | — | λογίζου / λογίσου | — | — | λογίζεστε / λογιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →