Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογαριάζομαι

ρήμα
•
  1. με λογαριάζουν, με υπολογίζουν, με αποτιμούν, με εκτιμούν είτε με ακριβεια είτε κατά προσέγγιση Βικιλεξικό
  2. έρχομαι σε σύγκρουση, αναμετριέμαι Βικιλεξικό
    • θα λογαριαστούμε εμείς οι δυο

Ετυμολογία

λογαριάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος λογαριάζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →