λογαριάζομαι
•
- με λογαριάζουν, με υπολογίζουν, με αποτιμούν, με εκτιμούν είτε με ακριβεια είτε κατά προσέγγιση Βικιλεξικό
- έρχομαι σε σύγκρουση, αναμετριέμαι Βικιλεξικό
- θα λογαριαστούμε εμείς οι δυο
Ετυμολογία
λογαριάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος λογαριάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →