Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογαριάζω

/lo.ɣaɾˈʝa.zo/ρήμα
•
  1. κάνω αριθμητικές πράξεις για να βρω το αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  2. προσπαθώ να εκτιμήσω ένα ορισμένο μέγεθος Βικιλεξικό
    • Μπορείς να λογαριάσεις πόσος χρόνος θα μας χρειαστεί για να ολοκληρώσουμε το σχέδιο;
  3. παίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου Βικιλεξικό
    • Προκειμένου να κάνει το δικό του δεν λογαριάζει τίποτα και κανέναν.
  4. σχεδιάζω, σκέφτομαι να κάνω κάτι Βικιλεξικό
    • Λογαριάζουμε να έρθουμε να σας δούμε το Πάσχα.
  5. παθητική φωνήέρχομαι σε σύγκρουση, αναμετριέμαι Βικιλεξικό
    • Θα λογαριαστούμε εμείς οι δυο.

Ετυμολογία

λογαριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογαριάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλογαριάζωλογαριάζειςλογαριάζειλογαριάζουμελογαριάζετελογαριάζουν / λογαριάζουνε
Παρατατικόςλογάριαζαλογάριαζεςλογάριαζελογαριάζαμελογαριάζατελογάριαζαν / λογαριάζαν / λογαριάζανε
Αόριστοςλογάριασαλογάριασεςλογάριασελογαριάσαμελογαριάσατελογάριασαν / λογαριάσαν / λογαριάσανε
Μέλλονταςθα λογαριάζω / θα λογαριάσωθα λογαριάζεις / θα λογαριάσειςθα λογαριάζει / θα λογαριάσειθα λογαριάζουμε / θα λογαριάσουμεθα λογαριάζετε / θα λογαριάσετεθα λογαριάζουν / θα λογαριάζουνε / θα λογαριάσουν / θα λογαριάσουνε
Παρακείμενοςέχω λογαριάσειέχεις λογαριάσειέχει λογαριάσειέχουμε λογαριάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα λογαριάσειείχες λογαριάσειείχε λογαριάσει———
Υποτακτικήνα έχω λογαριάσει / να λογαριάζω / να λογαριάσωνα έχεις λογαριάσει / να λογαριάζεις / να λογαριάσειςνα έχει λογαριάσει / να λογαριάζει / να λογαριάσεινα έχουμε λογαριάσει / να λογαριάζουμε / να λογαριάσουμενα λογαριάζετε / να λογαριάσετενα λογαριάζουν / να λογαριάζουνε / να λογαριάσουν / να λογαριάσουνε
Προστακτική—λογάριαζε / λογάριασε——λογαριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

λογαριάστηκαλογαριάζομαιλογαριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →