λογιάζω
•
- λαϊκότροποθεωρώ Βικιλεξικό
- λαϊκότροπουπολογίζω, λογαριάζω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσκέφτομαι Βικιλεξικό
- λαϊκότροποσχεδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογιάζω < λόγος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογιάζω | λογιάζεις | λογιάζει | λογιάζουμε | λογιάζετε | λογιάζουν / λογιάζουνε |
| Παρατατικός | λόγιαζα | λόγιαζες | λόγιαζε | λογιάζαμε | λογιάζατε | λογιάζαν / λογιάζανε / λόγιαζαν |
| Αόριστος | λόγιασα | λόγιασες | λόγιασε | λογιάσαμε | λογιάσατε | λογιάσαν / λογιάσανε / λόγιασαν |
| Μέλλοντας | θα λογιάζω / θα λογιάσω | θα λογιάζεις / θα λογιάσεις | θα λογιάζει / θα λογιάσει | θα λογιάζουμε / θα λογιάσουμε | θα λογιάζετε / θα λογιάσετε | θα λογιάζουν / θα λογιάζουνε / θα λογιάσουν / θα λογιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λογιάσει | έχεις λογιάσει | έχει λογιάσει | έχουμε λογιάσει | έχετε λογιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογιάσει | είχες λογιάσει | είχε λογιάσει | είχαμε λογιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογιάσει / να λογιάζω / να λογιάσω | να έχεις λογιάσει / να λογιάζεις / να λογιάσεις | να έχει λογιάσει / να λογιάζει / να λογιάσει | να έχουμε λογιάσει / να λογιάζουμε / να λογιάσουμε | να έχετε λογιάσει / να λογιάζετε / να λογιάσετε | να λογιάζουν / να λογιάζουνε / να λογιάσουν / να λογιάσουνε |
| Προστακτική | — | λόγιαζε / λόγιασε | — | — | λογιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λογιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →