Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογιέμαι

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπαθητική φωνή του ρήματος λογιάζω Βικιλεξικό
    • Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται
    • τι είναι η δικιά σου η μάνα / του Δία παιδί,
    • κι η άλλη του Γέροντα της θάλασσας λογιέται
    • άλλες μορφές: λογιάζομαι

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →