λογιέμαι
•
- λαϊκότροποπαθητική φωνή του ρήματος λογιάζω Βικιλεξικό
- Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δε λογιέται
- τι είναι η δικιά σου η μάνα / του Δία παιδί,
- κι η άλλη του Γέροντα της θάλασσας λογιέται
- άλλες μορφές: λογιάζομαι
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →