λογικό
•
- η ικανότητα λογικής σκέψης Βικιλεξικό
- Έβαλε το λογικό του και βρήκε την λύση.
- συχνά στον πληθυντικόη πνευματική ισορροπία, η ηρεμία Βικιλεξικό
- Έχασε το λογικό του.
- αυτό που συμβιβάζει με την λογική, με την ορθή κρίση Βικιλεξικό
- Αυτό που έκανε ήταν έξω από τα όρια του λογικού.
- Το λογικό θα ήταν να του μιλήσεις ήρεμα αύριο.
Ετυμολογία
λογικό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογικό | λογικά |
| Γενική | λογικού | λογικών |
| Αιτιατική | λογικό | λογικά |
| Κλητική | λογικό | λογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →