Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογικό

/lo.ʝiˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ικανότητα λογικής σκέψης Βικιλεξικό
    • Έβαλε το λογικό του και βρήκε την λύση.
  2. συχνά στον πληθυντικόη πνευματική ισορροπία, η ηρεμία Βικιλεξικό
    • Έχασε το λογικό του.
  3. αυτό που συμβιβάζει με την λογική, με την ορθή κρίση Βικιλεξικό
    • Αυτό που έκανε ήταν έξω από τα όρια του λογικού.
    • Το λογικό θα ήταν να του μιλήσεις ήρεμα αύριο.

Ετυμολογία

λογικό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λογικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογικόλογικά
Γενικήλογικούλογικών
Αιτιατικήλογικόλογικά
Κλητικήλογικόλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →