λογιοσύνη
•
- η ιδιότητα (για έναν άνθρωπο) του λογίου, η μόρφωση και η πνευματική καλλιέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογιοσύνη < λόγι(ος) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογιοσύνη | λογιοσύνες |
| Γενική | λογιοσύνης | λογιοσυνών |
| Αιτιατική | λογιοσύνη | λογιοσύνες |
| Κλητική | λογιοσύνη | λογιοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →