Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογισμός

/lo.ʝiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόσκέψη, στοχασμός Βικιλεξικό
    • Με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
    • Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
    • Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς.
  2. μαθηματικάη μαθηματική μελέτη της αλλαγής Βικιλεξικό
    • απειροστικός λογισμός

Ετυμολογία

λογισμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λογισμός. Για τα μαθηματικά, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική calcul

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογισμόςλογισμοί
Γενικήλογισμούλογισμών
Αιτιατικήλογισμόλογισμούς
Κλητικήλογισμέλογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →