λογισμός
•
- λογοτεχνικόσκέψη, στοχασμός Βικιλεξικό
- Με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
- Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;... Ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου ὄνειρα;...
- Ο Φραγκίσκος έσκυψε το κεφάλι, βυθίστηκε σε λογισμούς.
- μαθηματικάη μαθηματική μελέτη της αλλαγής Βικιλεξικό
- απειροστικός λογισμός
Ετυμολογία
λογισμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λογισμός. Για τα μαθηματικά, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική calcul
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογισμός | λογισμοί |
| Γενική | λογισμού | λογισμών |
| Αιτιατική | λογισμό | λογισμούς |
| Κλητική | λογισμέ | λογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →