λογιστής
•
- επάγγελμααυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογιστής < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογιστής | λογιστές |
| Γενική | λογιστή | λογιστών |
| Αιτιατική | λογιστή | λογιστές |
| Κλητική | λογιστή | λογιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →