Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογιστής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογιστήςλογιστές
Γενικήλογιστήλογιστών
Αιτιατικήλογιστήλογιστές
Κλητικήλογιστήλογιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →