Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογιστικό αρχείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογιστικήτο λογιστικά βιβλία και τα λογιστικά στοιχεία (παραστατικά), ιδίως όταν αυτά τηρούνται ηλεκτρονικά (με χρήση εξειδικευμένου λογισμικού ή ακόμα και υπολογιστικού φύλλου [spreadsheet]) Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τον Ν 4308/24.11.2014 (Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα), τα λογιστικά βιβλία θα ονομάζονται λογιστικά αρχεία. Τα λογιστικά αρχεία θα τηρούνται με ηλεκτρονικό ή χειρόγραφο τρόπο.
    • Τα λογιστικά αρχεία περιλαμβάνουν τόσο τα τηρούμενα «λογιστικά βιβλία», όσο και τα «λογιστικά στοιχεία» (παραστατικά)

Ετυμολογία

λογιστικό αρχείο < → δείτε τις λέξεις λογιστικός και αρχείο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →