Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογιότερος

/lo.ʝiˈo.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συγκριτικός βαθμός του λόγιος Βικιλεξικό
  2. για εκφράσειςσυγκριτικός βαθμός του λόγιος Βικιλεξικό
    • Η λέξη διδάκτωρ είναι λογιότερη από τη λέξη διδάκτορας.

Ετυμολογία

λογιότερος < λόγι(ος) + -ότερος < αρχαία ελληνική λογιώτερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογιότεροςλογιότερηλογιότερο
Γενικήλογιότερουλογιότερηςλογιότερου
Αιτιατικήλογιότερολογιότερηλογιότερο
Κλητικήλογιότερελογιότερηλογιότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογιότεροιλογιότερεςλογιότερα
Γενικήλογιότερωνλογιότερωνλογιότερων
Αιτιατικήλογιότερουςλογιότερεςλογιότερα
Κλητικήλογιότεροιλογιότερεςλογιότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →