λογιών
•
- ειδών, κατηγοριών Βικιλεξικό
- υπάρχουν δυο λογιών μηχανάκια, τα δίχρονα και τα τετράχρονα
- Και καθώς εχτυπούσεν ο ήλιος έβλεπες τις στεριές να χύνουν χίλιων λογιών χρώματα και τις καμαρωτές φρεγάδες ν' αστραποβολούν, άγγελοι ασπροφόροι ανάμεσα ουρανού και θάλασσας. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
- με επανάληψηλογιών λογιών: πολλών ειδών (για να δηλωθεί η ποικιλία) Βικιλεξικό
- μέσα στο παλιατζίδικο έβρισκε κανείς λογιών λογιών αντίκες
Ετυμολογία
λογιών: πληθυντικός του λογής, → δείτε και το μεσαιωνικό λογιῶν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →