Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον λογογράφο ή την λογογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογογραφικός < αρχαία ελληνική λογογραφικός < λογογράφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογογραφικόςλογογραφικήλογογραφικό
Γενικήλογογραφικούλογογραφικήςλογογραφικού
Αιτιατικήλογογραφικόλογογραφικήλογογραφικό
Κλητικήλογογραφικέλογογραφικήλογογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογογραφικοίλογογραφικέςλογογραφικά
Γενικήλογογραφικώνλογογραφικώνλογογραφικών
Αιτιατικήλογογραφικούςλογογραφικέςλογογραφικά
Κλητικήλογογραφικοίλογογραφικέςλογογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →