λογοδίνομαι
•
- ανταλλάσσω σχετικά επίσημες αμοιβαίες υποσχέσεις αρραβώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοδίνομαι < λόγος + -ο- + δίνω + -μαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογοδίνομαι | λογοδίνεσαι | λογοδίνεται | λογοδινόμαστε | λογοδίνεστε | λογοδίνονται |
| Παρατατικός | λογοδινόμουν / λογοδινόμουνα | λογοδινόσουν / λογοδινόσουνα | λογοδινόταν / λογοδινότανε | λογοδινόμασταν / λογοδινόμαστε | λογοδινόσασταν / λογοδινόσαστε | λογοδίνονταν / λογοδινόντουσαν |
| Αόριστος | λογοδόθηκα | λογοδόθηκες | λογοδόθηκε | λογοδοθήκαμε | λογοδοθήκατε | λογοδοθήκαν / λογοδοθήκανε / λογοδόθηκαν |
| Μέλλοντας | θα λογοδίνομαι / θα λογοδοθώ | θα λογοδίνεσαι / θα λογοδοθείς | θα λογοδίνεται / θα λογοδοθεί | θα λογοδινόμαστε / θα λογοδοθούμε | θα λογοδίνεστε / θα λογοδοθείτε | θα λογοδίνονται / θα λογοδοθούν / θα λογοδοθούνε |
| Παρακείμενος | έχω λογοδοθεί | έχεις λογοδοθεί | έχει λογοδοθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογοδοθεί | είχες λογοδοθεί | είχε λογοδοθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογοδοθεί / να λογοδίνομαι / να λογοδοθώ | να έχεις λογοδοθεί / να λογοδίνεσαι / να λογοδοθείς | να έχει λογοδοθεί / να λογοδίνεται / να λογοδοθεί | να λογοδινόμαστε / να λογοδοθούμε | να λογοδίνεστε / να λογοδοθείτε | να λογοδίνονται / να λογοδοθούν / να λογοδοθούνε |
| Προστακτική | — | λογοδίνου / λογοδώσου | — | — | λογοδίνεστε / λογοδοθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →