λογοκοπία
•
- η πράξη ή το αποτέλεσμα του λογοκοπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοκοπία < λογοκόπ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοκοπία | λογοκοπίες |
| Γενική | λογοκοπίας | λογοκοπιών |
| Αιτιατική | λογοκοπία | λογοκοπίες |
| Κλητική | λογοκοπία | λογοκοπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →