λογοκοπώ
•
- υπόσχομαι πολλές και τεράστιες χάρες, χωρίς όμως να τις πραγματοποιήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοκοπώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λογοκοπῶ < λογο- + -κοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογοκοπώ | λογοκοπείς / λογοκόπει | λογοκοπεί | λογοκοπούμε | λογοκοπείτε | λογοκοπούν |
| Παρατατικός | λογοκοπούσα | λογοκοπούσες | λογοκοπούσε | λογοκοπούσαμε | λογοκοπούσατε | λογοκοπούσαν |
| Αόριστος | λογοκοπήσω / λογοκόπησα | λογοκοπήσεις / λογοκόπησε / λογοκόπησες | λογοκοπήσει / λογοκόπησε | λογοκοπήσαμε / λογοκοπήσουμε | λογοκοπήσατε / λογοκοπήσετε / λογοκοπήστε | λογοκοπήσουν / λογοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα λογοκοπήσω / θα λογοκοπώ | θα λογοκοπήσεις / θα λογοκοπείς | θα λογοκοπήσει / θα λογοκοπεί | θα λογοκοπήσουμε / θα λογοκοπούμε | θα λογοκοπήσετε / θα λογοκοπείτε | θα λογοκοπήσουν / θα λογοκοπούν |
| Παρακείμενος | έχω λογοκοπήσει | έχεις λογοκοπήσει | έχει λογοκοπήσει | έχουμε λογοκοπήσει | έχετε λογοκοπήσει | έχουν λογοκοπήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογοκοπήσει | είχες λογοκοπήσει | είχε λογοκοπήσει | είχαμε λογοκοπήσει | είχατε λογοκοπήσει | είχαν λογοκοπήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →