Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοκοπώ

/lo.ɣo.koˈpo/ρήμα
•
  1. υπόσχομαι πολλές και τεράστιες χάρες, χωρίς όμως να τις πραγματοποιήσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογοκοπώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική λογοκοπῶ < λογο- + -κοπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλογοκοπώλογοκοπείς / λογοκόπειλογοκοπείλογοκοπούμελογοκοπείτελογοκοπούν
Παρατατικόςλογοκοπούσαλογοκοπούσεςλογοκοπούσελογοκοπούσαμελογοκοπούσατελογοκοπούσαν
Αόριστοςλογοκοπήσω / λογοκόπησαλογοκοπήσεις / λογοκόπησε / λογοκόπησεςλογοκοπήσει / λογοκόπησελογοκοπήσαμε / λογοκοπήσουμελογοκοπήσατε / λογοκοπήσετε / λογοκοπήστελογοκοπήσουν / λογοκόπησαν
Μέλλονταςθα λογοκοπήσω / θα λογοκοπώθα λογοκοπήσεις / θα λογοκοπείςθα λογοκοπήσει / θα λογοκοπείθα λογοκοπήσουμε / θα λογοκοπούμεθα λογοκοπήσετε / θα λογοκοπείτεθα λογοκοπήσουν / θα λογοκοπούν
Παρακείμενοςέχω λογοκοπήσειέχεις λογοκοπήσειέχει λογοκοπήσειέχουμε λογοκοπήσειέχετε λογοκοπήσειέχουν λογοκοπήσει
Υπερσυντέλικοςείχα λογοκοπήσειείχες λογοκοπήσειείχε λογοκοπήσειείχαμε λογοκοπήσειείχατε λογοκοπήσειείχαν λογοκοπήσει

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →