λογομαχώ
•
- συγκρούομαι λεκτικά, φιλονικώ, διαπληκτίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογομαχώ < (ελληνιστική κοινή) / λογομαχῶ < αρχαία ελληνική λόγος + μάχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογομαχώ | λογομαχείς | λογομαχεί | λογομαχούμε | λογομαχείτε | λογομαχούν / λογομαχούνε |
| Παρατατικός | λογομαχούσα | λογομαχούσες | λογομαχούσε | λογομαχούσαμε | λογομαχούσατε | λογομαχούσαν / λογομαχούσανε |
| Αόριστος | λογομάχησα | λογομάχησες | λογομάχησε | λογομαχήσαμε | λογομαχήσατε | λογομάχησαν / λογομαχήσαν / λογομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα λογομαχήσω / θα λογομαχώ | θα λογομαχήσεις / θα λογομαχείς | θα λογομαχήσει / θα λογομαχεί | θα λογομαχήσουμε / θα λογομαχούμε | θα λογομαχήσετε / θα λογομαχείτε | θα λογομαχήσουν / θα λογομαχήσουνε / θα λογομαχούν / θα λογομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω λογομαχήσει | έχεις λογομαχήσει | έχει λογομαχήσει | έχουμε λογομαχήσει | έχετε λογομαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογομαχήσει | είχες λογομαχήσει | είχε λογομαχήσει | είχαμε λογομαχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογομαχήσει / να λογομαχήσω / να λογομαχώ | να έχεις λογομαχήσει / να λογομαχήσεις / να λογομαχείς | να έχει λογομαχήσει / να λογομαχήσει / να λογομαχεί | να έχουμε λογομαχήσει / να λογομαχήσουμε / να λογομαχούμε | να έχετε λογομαχήσει / να λογομαχήσετε / να λογομαχείτε | να λογομαχήσουν / να λογομαχήσουνε / να λογομαχούν / να λογομαχούνε |
| Προστακτική | — | λογομάχει / λογομάχησε | — | — | λογομαχήστε / λογομαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →