λογοπαικτικός
•
- που έχει σχέση με λογοπαίγνιο ή λογοπαίκτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοπαικτικός < λογοπαίκτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοπαικτικός | λογοπαικτική | λογοπαικτικό |
| Γενική | λογοπαικτικού | λογοπαικτικής | λογοπαικτικού |
| Αιτιατική | λογοπαικτικό | λογοπαικτική | λογοπαικτικό |
| Κλητική | λογοπαικτικέ | λογοπαικτική | λογοπαικτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοπαικτικοί | λογοπαικτικές | λογοπαικτικά |
| Γενική | λογοπαικτικών | λογοπαικτικών | λογοπαικτικών |
| Αιτιατική | λογοπαικτικούς | λογοπαικτικές | λογοπαικτικά |
| Κλητική | λογοπαικτικοί | λογοπαικτικές | λογοπαικτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →