Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοπαικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λογοπαίγνιο ή λογοπαίκτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογοπαικτικός < λογοπαίκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοπαικτικόςλογοπαικτικήλογοπαικτικό
Γενικήλογοπαικτικούλογοπαικτικήςλογοπαικτικού
Αιτιατικήλογοπαικτικόλογοπαικτικήλογοπαικτικό
Κλητικήλογοπαικτικέλογοπαικτικήλογοπαικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοπαικτικοίλογοπαικτικέςλογοπαικτικά
Γενικήλογοπαικτικώνλογοπαικτικώνλογοπαικτικών
Αιτιατικήλογοπαικτικούςλογοπαικτικέςλογοπαικτικά
Κλητικήλογοπαικτικοίλογοπαικτικέςλογοπαικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →