λογοποιός
•
- ιστορίαλογογράφος, επαγγελματίας συγγραφέας λόγων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοποιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λογοποιός < λογο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοποιός | λογοποιοί |
| Γενική | λογοποιού | λογοποιών |
| Αιτιατική | λογοποιό | λογοποιούς |
| Κλητική | λογοποιέ | λογοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →