Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στους λογοτέχνες ή στη λογοτεχνία ή έχει το χαρακτήρα της λογοτεχνίας Βικιλεξικό
    • λογοτεχνική συντροφιά, λογοτεχνικό περιοδικό, λογοτεχνικό βιβλίο
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

λογοτεχνικός < λογοτεχνία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοτεχνικόςλογοτεχνικήλογοτεχνικό
Γενικήλογοτεχνικούλογοτεχνικήςλογοτεχνικού
Αιτιατικήλογοτεχνικόλογοτεχνικήλογοτεχνικό
Κλητικήλογοτεχνικέλογοτεχνικήλογοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοτεχνικοίλογοτεχνικέςλογοτεχνικά
Γενικήλογοτεχνικώνλογοτεχνικώνλογοτεχνικών
Αιτιατικήλογοτεχνικούςλογοτεχνικέςλογοτεχνικά
Κλητικήλογοτεχνικοίλογοτεχνικέςλογοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →