Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοτυπικός

/lo.ɣo.ti.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλολογίαπου σχετίζεται με έναν λογότυπο Βικιλεξικό
    • Οικείο και επίσης γνωστό [στον ακροατή της επικής ποίησης] ήταν το μέσο, η λογοτυπική δηλαδή γλώσσα του εξάμετρου στίχου
    • το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυαλό της
    • … μέσω της επανάληψης των επιθετικών προσδιορισμών … αναδεικνύεται ο λογοτυπικός τους χαρακτήρας …
    • [η γλώσσα του έπους ήταν] εμπλουτισμένη με λογότυπους …. Αυτός ο λογοτυπικός πλούτος αποτελεί ένδειξη ότι το υλικό δουλεύτηκε, απαγγέλθηκε και μεταδόθηκε προφορικά πριν αποκρυσταλλωθεί στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια και τα άλλα (χαμένα) ποιήματα.

Ετυμολογία

λογοτυπικός < λογότυπ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοτυπικόςλογοτυπικήλογοτυπικό
Γενικήλογοτυπικούλογοτυπικήςλογοτυπικού
Αιτιατικήλογοτυπικόλογοτυπικήλογοτυπικό
Κλητικήλογοτυπικέλογοτυπικήλογοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογοτυπικοίλογοτυπικέςλογοτυπικά
Γενικήλογοτυπικώνλογοτυπικώνλογοτυπικών
Αιτιατικήλογοτυπικούςλογοτυπικέςλογοτυπικά
Κλητικήλογοτυπικοίλογοτυπικέςλογοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →