λογοτυπικός
•
- φιλολογίαπου σχετίζεται με έναν λογότυπο Βικιλεξικό
- Οικείο και επίσης γνωστό [στον ακροατή της επικής ποίησης] ήταν το μέσο, η λογοτυπική δηλαδή γλώσσα του εξάμετρου στίχου
- το λογοτυπικό επίθετο περίφρων, που συνοδεύει σταθερά το όνομά της, παραπέμπει όχι τόσο στην αδέκαστη φρόνησή της όσο στο ευέλικτο μυαλό της
- … μέσω της επανάληψης των επιθετικών προσδιορισμών … αναδεικνύεται ο λογοτυπικός τους χαρακτήρας …
- [η γλώσσα του έπους ήταν] εμπλουτισμένη με λογότυπους …. Αυτός ο λογοτυπικός πλούτος αποτελεί ένδειξη ότι το υλικό δουλεύτηκε, απαγγέλθηκε και μεταδόθηκε προφορικά πριν αποκρυσταλλωθεί στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια και τα άλλα (χαμένα) ποιήματα.
Ετυμολογία
λογοτυπικός < λογότυπ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοτυπικός | λογοτυπική | λογοτυπικό |
| Γενική | λογοτυπικού | λογοτυπικής | λογοτυπικού |
| Αιτιατική | λογοτυπικό | λογοτυπική | λογοτυπικό |
| Κλητική | λογοτυπικέ | λογοτυπική | λογοτυπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λογοτυπικοί | λογοτυπικές | λογοτυπικά |
| Γενική | λογοτυπικών | λογοτυπικών | λογοτυπικών |
| Αιτιατική | λογοτυπικούς | λογοτυπικές | λογοτυπικά |
| Κλητική | λογοτυπικοί | λογοτυπικές | λογοτυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →