Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογχωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχήμα λόγχης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογχωτός < αρχαία ελληνική λογχωτός < λόγχη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογχωτόςλογχωτήλογχωτό
Γενικήλογχωτούλογχωτήςλογχωτού
Αιτιατικήλογχωτόλογχωτήλογχωτό
Κλητικήλογχωτέλογχωτήλογχωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλογχωτοίλογχωτέςλογχωτά
Γενικήλογχωτώνλογχωτώνλογχωτών
Αιτιατικήλογχωτούςλογχωτέςλογχωτά
Κλητικήλογχωτοίλογχωτέςλογχωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →